εξουδετερώνω


εξουδετερώνω
[эксудэтэроно] р. нейтрализовать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εξουδετερώνω" в других словарях:

  • εξουδετερώνω — εξουδετερώνω, εξουδετέρωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξουδετερώνω — 1. εκμηδενίζω, ματαιώνω με ενέργειά μου, την ενέργεια κάποιου άλλου 2. εκμηδενίζω, καθιστώ κάποιον τελείως ακίνδυνο 3. μεταβάλλων όξινη ή αλκαλική ουσία σε ουδέτερη. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. στον λόγιο τύπο της εξουδετερώ μαρτυρείται από το 1842 στον Ξ.… …   Dictionary of Greek

  • εξουδετερώνω — εξουδετέρωσα, εξουδετερώθηκα, εξουδετερωμένος, μτβ. 1. κάνω κάτι ουδέτερο, δηλ. αβλαβές, εκμηδενίζω με αντίθετη δράση την επικίνδυνη δράση ενέργειας κάποιου: Εξουδετερώθηκε σπείρα χασισεμπόρων. 2. (χημ.), μεταβάλλω όξινη ή αλκαλική ουσία σε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλαπάζω — ἀλαπάζω (Α) 1. αδειάζω, εξαντλώ 2. καταβάλλω, κατανικώ 3. εκπορθώ, λεηλατώ 4. (για πρόσωπα) εξουδετερώνω, φονεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Η χρήση τύπων με ή χωρίς το ἀ δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς την αρχική μορφή τής λέξης, κατά πόσον δηλ. το αρκτικό ἀ είναι …   Dictionary of Greek

  • αποκρούω — (AM ἀποκρούω) [κρούω] 1. απωθώ αυτόν που επιτίθεται εναντίον μου 2. αντικρούω, ανασκευάζω (λόγους, επιχειρήματα) 3. αποδοκιμάζω, δεν δέχομαι 4. αποφεύγω, περιφρονώ (κάποιον) μσν. νεοελλ., ( ομαι) απομακρύνω, εξουδετερώνω αρχ. μσν. εκδιώκω κάποιον …   Dictionary of Greek

  • απονεκρώνω — (Μ ἀπονεκρώνω, AM ἀπονεκρῶ, όω) 1. νεκρώνω εντελώς 2. αναισθητοποιώ, εξουδετερώνω …   Dictionary of Greek

  • αποστραγγίζω — (ΑΜ ἀποστραγγίζω) εξουδετερώνω, εξουθενώνω νεοελλ. στραγγίζω κάτι εντελώς …   Dictionary of Greek

  • αφίσταμαι — (AM ἀφίσταμαι, Α και ἀφίστημι) 1. βρίσκομαι σε απόσταση, μακριά από κάποιον, απέχω 2. παραιτούμαι από κάτι, δεν μετέχω σε κάτι αρχ. Ι. ενεργ. 1. απομακρύνω, βάζω κατά μέρος, παραμερίζω, αποκλείω 2. εμποδίζω κάποιον να κάνει κάτι 3. ανατρέπω,… …   Dictionary of Greek

  • αφοπλίζω — (AM ἀφοπλίζω) αφαιρώ από κάποιον τα όπλα, ξαρματώνω νεοελλ. 1. εξουδετερώνω τις αντιρρήσεις κάποιου 2. (για πλοίο) παροπλίζω …   Dictionary of Greek

  • εξαιρώ — (AM ἐξαιρῶ, έω) [αιρώ] 1. βγάζω από μέσα, αφαιρώ 2. δεν συμπεριλαμβάνω με άλλους, αποκλείω («τὰς μητέρας ἐξελόντες», Ηρόδ.) νεοελλ. 1. για ειδικούς λόγους απαλλάσσω ή αποκλείω κάποιον από καθήκον ή δικαίωμα («ο νόμος εξαιρεί τα παιδιά τών… …   Dictionary of Greek